...Κοιτώντας μια παλιά φωτογραφία του Δημοτικού... Πόσος καιρός πέρασε από τότε; Πότε κύλησαν τα χρόνια σαν νερό,σαν πετάρισμα των βλεφάρων κι έφτασε το σήμερα; Τόσο έντονες οι αναμνήσεις... Σαν χθες έρχεται στο νου το πρώτο διαγώνισμα, η πρώτη σχολική εκδρομή. Μαζί με μια -γλυκόπικρη- υποψία χαμόγελου στο πρόσωπό μου. Στα υγρά μου χείλη, στα κλαμμένα μου μάτια...
Κοιτάω κι αναρωτιέμαι: που πήγε άραγε αυτό το γλυκό κορίτσι; Που πήγε αυτή η πεισματάρα, άτρωτη κοπέλα, που δε φοβόταν ΤΙΠΟΤΕ; ΠΟΥ ΠΗΓΕ Ο ΠΑΛΙΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΟΣ; Χάθηκε, μέσα στις στοίβες από βιβλία αρχαίων και ιστορίας, αγωνιζόμενη και προσπαθώντας-μάταια- με όλη τη δύναμη της ανθρώπινης φύσης της να αποδείξει κάτι: πως είναι ΑΞΙΑ, πως τα καταφέρνει και μόνη της...
Χάθηκε στο παιχνίδι της ζωής, προδομένη από αισθήματα και ανθρώπους...Και τώρα ψάχνει μια ελπίδα σωτηρίας, ένα φως που θα την βγάλει από το σκοτεινό λαβύρινθο του μυαλού, ενός μυαλού αρρωστημένου, με μόνη έγνοια να σέρνει ψυχές στο βάλτο που ΑΥΤΟ δημιούργησε...
Κι εγώ τώρα, με την πέτρινη, μουδιασμένη μου καρδιά, θεατής σε βαρετό κι άθλιο έργο, σε τοίχο πάθων που εγώ έχτισα, αλλά -αλίμονο- τώρα δεν έχω δύναμη να γκρεμίσω...
Προχωρώ μόνη, σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή και συνταξιδιώτες μονάχα το φόβο, την απελπισία τη φρίκη και την αλλοτρίωση...
Ολόκληρη η ζωή μου φαίνεται πως μοιάζει με αυτή της ευρυπίδειας, διπλοϋπόστατης Ελένης: όλες τις εμπειρίες, τα αισθήματα και τις επιθυμίες ζει ένας επιφανειακός, κάλπικος εαυτός μου. Όμως ο πραγματικός, αυτός που λαχταρά και προσδοκά επιτέλους να ελευθερωθεί, βρίσκεται καλά κλειδωμένος στο επτασφράγιστο μπαούλο του πατέρα χρόνου...
Όμως <<τίς πταίει;>>; Πώς έγινα πραγματικά πειθήνειο όργανο του ίδιου του εαυτού μου; Πώς αλήθεια προέκυψε η αντίθεση του <<φαίνεσθαι και του είναι>>; Γιατί παρουσιάζω ένα είδωλο στους άλλους κι όχι ΕΜΕΝΑ πραγματικά; Τα μόνα ερωτήματα που θα μείνουν-δυστυχώς για πάντα- αναπάντητα. Κι όταν πια μου προκαλλούν πόνο και δάκρυ, τότε απευθύνομαι με μια μονάχα φράση στον εαυτό μου: <<Φόρα το προσωπείο σου και βγες>>...
Κοιτάω κι αναρωτιέμαι: που πήγε άραγε αυτό το γλυκό κορίτσι; Που πήγε αυτή η πεισματάρα, άτρωτη κοπέλα, που δε φοβόταν ΤΙΠΟΤΕ; ΠΟΥ ΠΗΓΕ Ο ΠΑΛΙΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΟΣ; Χάθηκε, μέσα στις στοίβες από βιβλία αρχαίων και ιστορίας, αγωνιζόμενη και προσπαθώντας-μάταια- με όλη τη δύναμη της ανθρώπινης φύσης της να αποδείξει κάτι: πως είναι ΑΞΙΑ, πως τα καταφέρνει και μόνη της...
Χάθηκε στο παιχνίδι της ζωής, προδομένη από αισθήματα και ανθρώπους...Και τώρα ψάχνει μια ελπίδα σωτηρίας, ένα φως που θα την βγάλει από το σκοτεινό λαβύρινθο του μυαλού, ενός μυαλού αρρωστημένου, με μόνη έγνοια να σέρνει ψυχές στο βάλτο που ΑΥΤΟ δημιούργησε...
Κι εγώ τώρα, με την πέτρινη, μουδιασμένη μου καρδιά, θεατής σε βαρετό κι άθλιο έργο, σε τοίχο πάθων που εγώ έχτισα, αλλά -αλίμονο- τώρα δεν έχω δύναμη να γκρεμίσω...
Προχωρώ μόνη, σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή και συνταξιδιώτες μονάχα το φόβο, την απελπισία τη φρίκη και την αλλοτρίωση...
Ολόκληρη η ζωή μου φαίνεται πως μοιάζει με αυτή της ευρυπίδειας, διπλοϋπόστατης Ελένης: όλες τις εμπειρίες, τα αισθήματα και τις επιθυμίες ζει ένας επιφανειακός, κάλπικος εαυτός μου. Όμως ο πραγματικός, αυτός που λαχταρά και προσδοκά επιτέλους να ελευθερωθεί, βρίσκεται καλά κλειδωμένος στο επτασφράγιστο μπαούλο του πατέρα χρόνου...
Όμως <<τίς πταίει;>>; Πώς έγινα πραγματικά πειθήνειο όργανο του ίδιου του εαυτού μου; Πώς αλήθεια προέκυψε η αντίθεση του <<φαίνεσθαι και του είναι>>; Γιατί παρουσιάζω ένα είδωλο στους άλλους κι όχι ΕΜΕΝΑ πραγματικά; Τα μόνα ερωτήματα που θα μείνουν-δυστυχώς για πάντα- αναπάντητα. Κι όταν πια μου προκαλλούν πόνο και δάκρυ, τότε απευθύνομαι με μια μονάχα φράση στον εαυτό μου: <<Φόρα το προσωπείο σου και βγες>>...